Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

Κομπανία

Κομπανία

Ξεκινάς μιλώντας...

Βελάκια

Βελάκια

Μετά το ματς με την...

Κάμπριο

Κάμπριο

Όποια ιστορία και...

Εξώφυλλο

Εξώφυλλο

Λίγο μετά τα...

Καταλαβαίνεις;

Καταλαβαίνεις;

Ρε να πούμε πριν έναν...

Παρουσίαση

Παρουσίαση

Δεν έγινα...

Ιστορίες

Ιστορίες

Η πιο...

  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14
  • Κομπανία

    Κομπανία

    Monday, 13 November 2017 14:01
  • Βελάκια

    Βελάκια

    Sunday, 12 November 2017 21:43
  • Κάμπριο

    Κάμπριο

    Friday, 10 November 2017 17:19
  • Εξώφυλλο

    Εξώφυλλο

    Thursday, 09 November 2017 20:07
  • Καταλαβαίνεις;

    Καταλαβαίνεις;

    Monday, 06 November 2017 17:59
  • Παρουσίαση

    Παρουσίαση

    Sunday, 05 November 2017 13:53
  • Ιστορίες

    Ιστορίες

    Friday, 03 November 2017 20:18
20170618 175408
Το μεγαλύτερο, το πιο αμφίρροπο, το πιο διαχρονικό ντέρμπι δεν ήταν ούτε το ΠΑΟΚ-Άρης, ούτε το Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός. Το αρχέτυπο της αντιπαλότητας ήταν η μάχη ανάμεσα σε Σοκοφρέτα και Σερενάτα, με φανατικούς υποστηρικτές σε κάθε πλευρά, απλούς συμπαθούντες αλλά και κάποιους αδιάφορους που έτρωγαν ό,τι βρεθεί μπροστά τους -μέχρι και ψυχανώμαλους είχαμε που έβαζαν στο στόμα τους την άγευστη και σιχiαμερή Κουκουρούκου και δεν την πετούσαν μόλις έπαιρναν το χαρτάκι, όπως κάναμε οι περισσότεροι.
 
Αν και η Σερενάτα κέρδιζε τη μάχη των εντυπώσεων, λόγω της σαρωτικής τηλεοπτικής διαφήμισης από τον Χάρυ Κλυν και του σοκολατένιου, καμπυλωτού γαρνιρίσματος, ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει την κορυφαία Σοκοφρέτα στην ουσία της απόλαυσης. «Πιάσε, πέτα, Σοκοφρέτα» ήταν το ανέμπνευστο, ντροπιαστικό σλόγκαν, αλλά αν δεν ήσουν θύμα του σοσιαλιστικού καταναλωτισμού δε σε επηρέαζε το μάρκετινγκ και επέλεγες την καλύτερη γκοφρέτα με κλειστά μάτια. Και η Σοκοφρέτα είναι ό,τι πιο νόστιμο έχω να θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία όσον αφορά στα γκοφρετοειδή.
 
Στο πρώτο συρτάρι στο σπίτι πάντα είχε τα πράγματα που μπορούσες να φας αν είχες κάνει τα μαθήματά σου κι αν είχες φάει όλο σου το φαγητό. Γκοφρέτες, καραμέλες, πατατάκια, μπισκότα -σε μικρές ποσότητες, φυσικά, δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά πάντα κάτι είχε. Το δεύτερο συρτάρι είχε πετσέτες, το τρίτο και το τέταρτο ήταν λεζάντα επειδή από πίσω είχε ντουλάπι και δεν άνοιγαν, ενώ στο πέμπτο βρίσκονταν τα μαχαιροπίρουνα, από αριστερά προς τα δεξιά. Όπως είναι φυσικό, το πρώτο συρτάρι ήταν κάθε τόσο χαλασμένο, φθαρμένο, έπεφτε το πόμολο, έκανε θόρυβο από το τρίξιμο και τα βράδια που σηκωνόσουν στις κρίσεις υπογλυκαιμίας άκουγες από μέσα «τι κάνεις εκεί τέτοια ώρα», ενώ τα υπόλοιπα συρτάρια ήταν τσίλικα σα να μην τα είχε ανοίξει κανένας ποτέ.
 
Ένα πρωί, ξύπνησα και αντίκρυσα το μεγαλύτερο θαύμα. Πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που σταυροκοπήθηκα χωρίς να βρίσκομαι στο σχολείο την ώρα της προσευχής. Το πρώτο συρτάρι ήταν γεμάτο, ασφυκτικά, από πίσω μέχρι μπροστά, με δεκάδες Σοκοφρέτες, τόσο γεμάτο που μετά δεν κατάφερνα να το κλείσω. Υπολογίζοντας από μνήμης, ίσως να είχε και πενήντα τεμάχια του πιο αγαπημένου γλυκίσματος, τοποθετημένα κάθετα, τακτοποιημένα, σε τάξη, για να χωρέσουν όλα και να καταφέρει να κλείσει. Η μάνα μου δούλευε, ο γέρος μου δούλευε, το μυστήριο δε θα μπορούσε να λυθεί ως το απόγευμα. Σκέφτηκα πως αποκλείεται να έχουν μετρημένες τόσες Σοκοφρέτες, οπότε έφαγα μία για πρωινό και τις τοποθέτησα πάλι όπως τις βρήκα -μαγεία, όσες και να έπαιρνες πάλι το συρτάρι ήταν γεμάτο και οι γκοφρέτες τοποθετημένες σφιχτά. Συνέχισα να τρώω μέχρι που άρχισαν να χαλαρώνουν, ώσπου με έπιασε ένας κρύος ιδρώτας και έφτιαξα μια πατεντούλα στο πίσω μέρος για να μη φαίνεται πως έχω βάλει χέρι. 
 
«Ο πατέρας σου τις έφερε χθες το βράδυ», ήταν η απάντηση της μάνας το μεσημέρι που γύρισα από το σχολείο. «Τόσες πολλές»; «Τόσες πολλές». Ήρθε και ο γέρος από τη δουλειά, το επιβεβαίωσε. Μπορεί να μην τα πηγαίναμε πολύ καλά και να είχαμε διαφορές μεταξύ μας, αλλά εκείνη του η κίνηση με τις δεκάδες Σοκοφρέτες μου απέδειξε πως ο τύπος με αγαπούσε πραγματικά. Ειδικά αν λάμβανα υπόψη την οικονομική μας κατάσταση, πενήντα Σοκοφρέτες μπορεί να κόστιζαν περισσότερο από το μεροκάματό του.
 
Καιρό μετά, με έστειλε μάνα μου στο καφενείο να τον μαζέψω, που είχε αργήσει και το εορταστικό φαγητό κρύωνε στο τραπέζι. Ανέβηκα στον κεντρικό δρόμο που ήταν το στέκι του, μπήκα στο μαγαζί αλλά δεν πρόλαβα να του πω κάτι επειδή έκανε από απόσταση μια χειρονομία πως τελειώνει η παρτίδα και φεύγουμε. Κάθισα σε μια καρέκλα με τον Θείο, που ποτέ μου δεν κατάλαβα ποιανού θείος είναι αλλά στην ταμπέλα από έξω έγραφε «Καφενείον ο Θείος» και όλοι έτσι τον ξέραμε. Ήπια την κλασική κοκακόλα με καλαμάκι όσο περίμενα, κάποια στιγμή τελείωσε η παρτίδα, σηκώθηκε ο πατέρας μου να φύγουμε για το σπίτι και να τσακίσουμε τα κλασικά κεφτεδάκια με τηγανιτές πατάτες και σάλτσα που έφτιαχνε η μάνα μου κάθε Πάσχα, Χριστούγεννα, Δεκαπενταύγουστο ή όποια άλλη γιορτή είχε το σπίτι. Πήγε στον πάγκο, έδωσε στον Θείο δέκα Σοκοφρέτες κι αυτός τις πήρε, βάζοντάς του στο χέρι δυο πεντοχίλιαρα. «Κονόμησες σήμερα», είπε ο Θείος. «Με πάει το φύλλο», απάντησε ο πατέρας μου, «αν δεν ερχόταν αυτός να με μαζέψει θα τους τα έπαιρνα όλα σήμερα». Βγήκε πρώτος, τον ακολούθησα. Όπως περπατούσε, έβγαλε ένα χιλιάρικο από την τσέπη και μου το έδωσε, δίχως να με κοιτάζει. Εγώ ακόμα σκεφτόμουν τις Σοκοφρέτες -τελικά τις χρησιμοποιούσαν για προσωρινό νόμισμα στα χαρτιά, για το φόβο των μπάτσων, τις εξαργύρωναν στο τέλος που έκαναν το ταμείο και κάθε τόσο τις απέσυραν όταν πια είχαν λιώσει και ξεζουμιστεί από τα σούρτα φέρτα πάνω στις τσόχες. Κι εγώ πίστευα πως ήταν ταλαιπωρημένες από το στρίμωγμα στο συρτάρι. 
 
Το βράδυ, που είχε φύγει πάλι για το καφενείο, με ρώτησε η μάνα μου «χαρτιά έπαιζε κι αργήσετε τόσο το μεσημέρι»; Και της απάντησα, κοιτάζοντάς την στα μάτια, «οι άλλοι έπαιζαν, ο μπαμπάς τους έβλεπε απ’ έξω».
1997

1997

Συναισθηματικά, θα διάλεγα να ξαναζήσω το 1990. Τις πρώτες μου εκδρομές, τις πρώτες μου Τούμπες, την ...

Read more
Ποίηση

Ποίηση

Το αφιέρωμα για την Π&a ...

Read more
Ευαίσθητος

Ευαίσθητος

Μια φορά είχαν βάλει τους βάζελους στη 10, στο Παλέ. Για τους νέους, όπως βλέπεις στην τηλεόραση απέ ...

Read more
Eπιστολή

Eπιστολή

Προς ΓΤΠΑΕ ΠΑΟΚ, Κύριο Σαββίδη Ιβάν Αγαπητέ Πρόεδρε, μετά τον τελικό του ΟΑΚΑ, πριν δύο χρόνια, σου ...

Read more
Ευγνωμοσύνη

Ευγνωμοσύνη

Θα παίζαμε σήμερα μ&epsilon ...

Read more
Νόβασπορτς

Νόβασπορτς

Δε μου αρέσει να μηδενίζω, ούτε να αδικώ. Η καφρίλα, η ολοκληρωτική απαξίωση και η μηδενική σκέψη-αυ ...

Read more
Αντίο

Αντίο

Είσοδος 24/02/2007 77’ ΠΑΟΚ- ...

Read more
Σπίτι

Σπίτι

«Αυτό, αυτό, αυτό είνα& ...

Read more
Δύο

Δύο

Σήμερα η σελίδα isovitis.gr κ& ...

Read more
Περίεργο

Περίεργο

Έγραψα ένα κατεβατό τρία πέιτζ ντάουν για τη μεταγραφή Παπαδόπουλου και τα έσβησα. Δεν έχει σημασία ...

Read more
Αγωνιστικά

Αγωνιστικά

Σήμερα στις 19:00 το Πα&lambda ...

Read more
Πεντακοσάρικο

Πεντακοσάρικο

Πριν λίγες μέρες έλα&b ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.